Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Συνέντευξη - Μελαχρινός Βελέντζας και Νατάσα Τσιντικίδη (Experimento)

«Κανείς δεν είναι ξεγραμμένος άμα έχει έτοιμη μια καλή ιστορία και κάποιον να του τη διηγηθεί» λέει ο 1900. Οι Experimento, μια νεοσύστατη ομάδα έρευνας και παραγωγής έχει στα χέρια της ένα πολύ καλό υλικό όπως είναι ο ποιητικός θεατρικός μονόλογος "Novecento" του Alessandro Barrico το οποίο παρουσιάζεται στο Θέατρο Radar, έναν από τους πιο φιλόξενους θεατρικά χώρους της Αθήνας. Με αφορμή την παράσταση είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον Μελαχρινό Βελέντζα και την Νατάσα Τσιντικίδη, δυο από τα βασικά στελέχη της ομάδας, για όλα αυτά που πρεσβεύει η ομάδα τους, για τις δυσκολίες ενός εγχειρήματος όπως είναι να μεταφέρεις μια θεατρική παράσταση σε ένα πλοίο αλλά και για την μαγεία του να παίζεις με θέα την Αντίπαρο και την Σαντορίνη.

-Πώς συμπράξατε δημιουργικά οι Experimento;
Νατάσα: Όλα ξεκίνησαν από μία συζήτηση που είχα τυχαία με τον Μελαχρινό όταν με κάλεσε να τον βοηθήσω ως σκηνογράφος σ’ ένα μικρό πρότζεκτ που ετοίμαζε. Ξεκινώντας να συζητάμε καλλιτεχνικά τι μας ενδιαφέρει, πώς είναι η κατάσταση σήμερα συνειδητοποιήσαμε ότι έχουμε πάρα πολλά κοινά στον τρόπο που σκεφτόμαστε και που θέλουμε να δημιουργούμε. Θεωρούμε και οι δύο πως η τέχνη είναι κομμάτι της καθημερινής ζωής και απευθύνεται σε όλο τον κόσμο και όχι συγκεκριμένα σ’ ένα θεατρικό κοινό.  Οπότε πρέπει την τέχνη να την συναντάς όχι μόνο σε κλειστούς χώρους, αλλά και στο δημόσιο χώρο. Αντιλαμβανόμαστε την τέχνη ως κάτι πιο εξωστρεφές. Ως αρχιτέκτονας με απασχολεί η τέχνη στο δημόσιο χώρο, οπότε αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τι δράσεις θα μπορούσαμε να κάνουμε στο δημόσιο χώρο. Δράσεις καλλιτεχνικές με στόχο κυρίως κοινωνικοπολιτικό, γιατί θεωρούμε επίσης ότι η τέχνη έχει τέτοιο χαρακτήρα. Μέσα από συζητήσεις λοιπόν γεννήθηκε η ιδέα των Experimento, που όπως λέει και το όνομα τους είναι ένα πείραμα: δοκιμές δηλαδή σε διάφορους χώρους κι ένα δίκτυο που είναι ανοιχτό σε όλους τους ανθρώπους και όχι απαραίτητα μόνο σε καλλιτέχνες.

Μελαχρινός: Το δίκτυο αυτό έχει επίσης πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα με την έννοια ότι τόσο οι άνθρωποι που το απαρτίζουν όσο και οι άνθρωποι στους οποίους απευθυνόμαστε δεν έχουν μία αποκλειστική ιδιότητα. Δηλαδή όταν λέμε θέατρο το αντιλαμβανόμαστε ευρύτερα, γιατί μπαίνουν ερευνητικά πεδία όπως ενδεικτικά η αρχιτεκτονική, η μουσική, η επικοινωνία. Αυτό από μόνο του το κάνει ένα ανοικτό δίκτυο μέσα στο οποίο άρχισε να δημιουργείται ένας διάλογος και με άλλους καλλιτέχνες. Μέσα από αυτές τις διεργασίες προέκυψε και το Lemon.  

-Τι ακριβώς είναι οι Experimento;
Μελαχρινός: Οι Experimento είναι μια ομάδα Έρευνας και Παραγωγής. Ερευνούμε δίνοντας χρόνο στα πράγματα και τη μελέτη τους και αυτό μας οδηγεί στο να παράξουμε όσα χρειαζόμαστε για να επικοινωνήσουμε την έρευνά μας. Η παραγωγή έχει χαρακτήρα ανεξάρτητο υπό την έννοια ότι την κάνουμε εμείς οι ίδιοι. Αυτό συνεπάγεται δυσκολίες, αλλά και μεγάλη ελευθερία. Ελευθερία στο πόσο καιρό επιλέγουμε να παιχτεί η παράστασή μας κι επίσης ως προς το σε ποια μέρη παρουσιάζεται. Έτσι, νιώθουμε ελεύθεροι να ταξιδέψουμε με το έργο μας κυριολεκτικά και μεταφορικά.

-Πώς ξεκίνησε το project του Lemon;
Νατάσα:  Το Lemon ξεκίνησε να κάνει περιοδεία και να παρουσιάζεται σε ανοιχτούς χώρους και κατά βάση μη θεατρικούς, όπως είναι ένα ferry-boat ή ένα καρνάγιο. Πρωτοπαρουσιάστηκε στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου Επί Κολωνώ (ΟFF-OFF Athens Festival 2018) και στη συνέχεια ξεκινήσαμε το ταξίδι μας σε ανοιχτούς χώρους.
Μελαχρινός: Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε το κείμενο με τη σκηνοθέτη μας Γεωργία Τσαγκαράκη. Το πρωτότυπο κείμενο Novecento (Χιλιαεννιακόσια) του Alessandro Baricco είναι ένας ποιητικός μονόλογος, όπου παρακολουθούμε τον τρομπετίστα Τιμ Τούνυ να αφηγείται την απίστευτη ιστορία του Χιλιαεννιακόσια, του σπουδαιότερου πιανίστα του Ωκεανού που γεννήθηκε πάνω σ’ ένα καράβι και δεν κατέβηκε ποτέ από αυτό. Η Γεωργία ανέλαβε τη διασκευή εμφανίζοντας δύο χαρακτήρες επί σκηνής και μετατρέποντας το μονόλογο σε διάλογο. Παράλληλα με αυτή τη διαδικασία, μου γεννήθηκε η ιδέα ενός ταξιδιού σε πρωτότυπους προορισμούς όπου πλέον μιλάμε για μία site-specific παράσταση: μία παράσταση που δοκιμάζεται σε διαφορετικές συνθήκες κάθε φορά. Πάνω σε αυτό το υπό διαμόρφωση δίπολο, της παράστασης αυτής καθαυτής αλλά και του ταξιδιού της, άρχισαν να διαμορφώνονται δομές και συνεργασίες ομαδικές: το Lemon αποτελείται από μία ομάδα καλλιτεχνών που ο καθένας υποστηρίζει το δικό του πεδίο και όλοι μαζί παράγουμε μία συνολική αισθητική: ο ηθοποιός Γιώργος Δρίβας υποδύεται τον Τιμ Τούνυ και είναι ο συνοδοιπόρος μου επί σκηνής, ο Λευτέρης Δούρος είναι ο τεχνικός μας και ο άνθρωπος που είναι εκεί για ό,τι χρειαστεί, ο φωτογράφος Χάρης Γερμανίδης μας έχει χαρίσει την ιδιαίτερη αισθητική του, η Κέλλυ Σταματοπούλου έχει επιμεληθεί τα κοστούμια της παράστασης, ο Θωμάς Μαριάς κατασκεύασε το πιάνο του Lemon και η Λυδία Καραγιαννίδη με τη Μαριαρίνα Μπουκίου εργάζονται στον τομέα της οργάνωσης παραγωγής. Σε μία συνέντευξη ίσως κάποιες φορές να είναι βαρετό για τον αναγνώστη να διαβάζει ονόματα άγνωστα σε εκείνον. Γι’ αυτό όμως που προτείνουμε εμείς ως Experimento αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για δύο βασικούς λόγους: τίποτα δεν προχωράει χωρίς τη συνεισφορά ομάδας και μέλημά μου είναι να φωτίζεται η δουλειά αυτών των ανθρώπων που είναι υπεύθυνοι για το τελικό αποτέλεσμα. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την αντίληψη αρκετού κόσμου για το θέατρο: ότι δεν είναι δουλειά, ότι είναι ψυχοθεραπεία, ότι δεν πληρώνεται κλπ Όταν λοιπόν στο Lemon απασχολείται ενεργά αυτό το σύνολο ανθρώπων είναι λογικό πως αυτό αποτελεί δουλειά κι έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Πολλές ομάδες απογοητεύονται και σταματάνε επειδή δεν έχουν χρήματα. Το πρόβλημα όμως κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν είναι αυτό. Μπορεί πολλές φορές ας πούμε να έχεις τα χρήματα αλλά να μην ξέρεις τι να τα κάνεις. Ή να μην έχεις και αυτό να σε κάνει να παραιτηθείς από τα όνειρά σου. Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που νομίζω πως χρειάζεται είναι το να παράξεις τη φιλοσοφία δουλειάς σου. Γιατί αυτό θα σου δώσει διάρκεια στο χρόνο, το να έχεις εντοπίσει τον τρόπο δουλειάς σου.

-Μεγάλος πρωταγωνιστής είναι το πιάνο. Νατάσα, έχεις επιλέξει για το σκηνικό να είναι πολύ λιτό αλλά λειτουργικό κιόλας. Τι λύση σου έδωσε ένα τόσο απλό σκηνικό;
Νατάσα: Δυο λόγοι με πήγαν προς τα εκεί, ο ένας αφορά το κείμενο και ο άλλος την ιδέα μας ότι είναι μια παράσταση που προσαρμόζεται στο περιβάλλον το οποίο θα την φιλοξενήσει. Αυτό από μόνο του σε κάνει να θες ν’ αναδείξεις κάθε φορά το νέο περιβάλλον οπότε το σκηνικό από μόνο του γίνεται πιο λιτό. Δουλέψαμε όλοι μαζί από την πρώτη μέρα, όπου οι ηθοποιοί διάβαζαν το κείμενο και παρέα με τη σκηνοθέτη μας συνειδητοποίησα τον κόσμο του 1900. Το πιάνο δηλαδή γι’ αυτόν είναι το σπίτι του, ο κόσμος όπου εκεί μέσα συμβαίνουν τα πάντα γι’ αυτόν. Κάθε φορά που προέκυπτε κάτι στη δραματουργία, μία ανάγκη, σκεφτόμουν ότι αυτό βγαίνει από εκεί μέσα.  Από το εσωτερικό του πιάνου. Έτσι καταλήξαμε σ’ ένα πιάνο μουσικό κουτί.
Μελαχρινός: Το πιάνο-μαγικό κουτί που εμπνεύστηκε η Νατάσα είναι αποτέλεσμα και της οργανικής δουλειάς που έχει γίνει. Οι θεατές βλέπουν το πιάνο στην παράσταση και λένε τι πρωτότυπο αλλά αυτό έχει γίνει βάσει των αναγκών του ίδιου του έργου.  Αντίστοιχα το να πάμε να παίξουμε σε καράβι πάλι είναι πρωτότυπο αλλά έχει να κάνει με το ίδιο το έργο. Δηλαδή ο 1900 είναι ένας πιανίστας που έπαιζε πάνω σε ένα καράβι. Τι πιο φυσικό λοιπόν από το να παίξουμε κι εμείς πάνω σ’ ένα καράβι; Οπότε, τίποτα δε γίνεται τυχαία, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας πρόθεσης να ακούσουμε το έργο, αλλά και τις προσωπικές μας ανάγκες αναγνωρίζοντας τους κοινούς τόπους μεταξύ μας. Αυτός είναι και ο λόγος που επιμένω στο να δίνεις χρόνο στα πράγματα. Αν δε δώσεις τότε δεν επιτρέπεις πολλές φορές στα πράγματα να προκύψουν. Τα βιάζεις. Αυτό είναι και ένα χαρακτηριστικό της ζωής μας σήμερα. Δώσαμε λοιπόν χρόνο σε αυτό το πιάνο. Και απ’ ό,τι φαίνεται παρότι λιτό και αφαιρετικό το σκηνικό, παράγει πλούσιες εικόνες.
Νατάσα: Όταν ένα αντικείμενο είναι ένα σ’ ένα νέο περιβάλλον λειτουργεί πολύ πιο συμβολικά.  Δηλαδή στην περιοδεία το πιάνο ήταν πραγματικά ένα σύμβολο στην παράσταση. Το ίδιο συμβαίνει και στο θέατρο, αλλά σίγουρα είναι πιο έντονο στον εξωτερικό χώρο.

-Γιατί το συγκεκριμένο έργο σαν πρώτη παραγωγή;
Μελαχρινός: «Κανείς δεν είναι ξεγραμμένος άμα έχει έτοιμη μια καλή ιστορία και κάποιον να του τη διηγηθεί» λέει ο 1900. Αυτό για μένα είναι το θέατρο. Να έχεις αρχικά μια καλή ιστορία να πεις. Καλή ενδεχομένως είναι μια ιστορία όταν πραγματικά σε αφορά. Όχι όμως με τρόπο αυτιστικό, αλλά με έναν τρόπο που γεννά έναν ανοικτό διάλογο με τους άλλους και αρχίζει να τους αφορά και αυτούς. Εκεί λοιπόν χρειάζεσαι αυτούς τους άλλους, τους θεατές, για να διηγηθείς την ιστορία αυτή.  Όταν πρωτοδιάβασα το κείμενο ήμουν σε μία περίοδο απαισιοδοξίας και λόγω όλων αυτών που μας συμβαίνουν και μας αγγίζουν συλλογικά. Και σε αυτή την ιστορία είδα μία αισιοδοξία, παρότι ρεαλιστικά μιλώντας πρόκειται για την ιστορία ενός ανθρώπου, ο οποίος ζει κλεισμένος όλη του τη ζωή σε ένα καράβι και στο τέλος αυτοκτονεί αφού ανατινάζεται μαζί με το ατμόπλοιο Βιρτζίνιαν. Ειδικά η διασκευή της Γεωργίας ανέδειξε τον πλούτο του πρωτότυπου κειμένου κι έφερε στην επιφάνεια μία συγκινητική ιστορία με πολύ ανθρώπινα στοιχεία. Μιλάμε δε για μία πολύ επίκαιρη ιστορία. Ζούμε σε μία εποχή με άπειρες επιλογές που μας δημιουργούν μία ψευδαίσθηση ελευθερίας. Ο 1900 επιλέγει να ζήσει αφαιρετικά υποστηρίζοντας τη μία και μοναδική επιλογή μίας ζωής μέσα στη συμβολική μήτρα του πιάνου του. Και μέσα σε αυτή τη μήτρα, τον περιορισμένο ζωτικό του χώρο τον τόσο ζεστό από την άλλη, όλα είναι άπειρα. 
Νατάσα: Και όσο τον προσεγγίζουμε σα χαρακτήρα, τόσο ανακαλύπτουμε διάφορες πτυχές του που θα μπορούσαν να αγγίξουν τον καθένα για τελείως διαφορετικούς λόγους όπως π.χ  ότι φοβόμαστε ο καθένας μας να φύγει από το γνώριμο για κάτι άγνωστο.
Μελαχρινός: Με αυτόν τον τρόπο τελικά η ιστορία που αφηγούμαστε γίνεται προσωπική για τον κάθε θεατή μας αφού τον ταξιδεύει στη δική του στεριά και τη δική του θάλασσα. Το μότο του ταξιδιού του  Lemon είναι «Μια παράσταση ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα». Ο Baricco ευφυέστατα στο κείμενό του δεν σου ορίζει ότι η στεριά είναι κάτι συγκεκριμένο και η θάλασσα κάτι άλλο.  Έχει ας πούμε μια χαρακτηριστική φράση μέσα στο έργο που λέει ο 1900: «Μετά από τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια πάνω στη θάλασσα θα κατέβαινα στη στεριά. Για να δω τη θάλασσα.». Παίζει με αυτή τη μετατόπιση και αυτό είναι που κάνουμε και εμείς ως ομάδα, και μέσα στο έργο, με το συμβολικό πιάνο που έφτιαξε η Νατάσα αλλά και με την παράσταση που παίζεται πότε στη στεριά, πότε στη θάλασσα και πότε κάπου ανάμεσα. 

-Ποια σημεία θέλατε να φωτίσετε πάνω στο κείμενο του Baricco;
Μελαχρινός: Το πώς ένας άνθρωπος αγκαλιάζει την έλλειψή του και πως μ’ ένα μεταφυσικό τρόπο παίζει τη μουσική του Ωκεανού και δεν εγκαταλείπει το καράβι, γιατί αυτή είναι η πραγματικότητά του. Οπότε ένα σημείο που θέλαμε να αναδείξουμε έχει να κάνει με το υπαρξιακό ερώτημα: «πού τελικά νιώθουμε ευτυχισμένοι;»  Επίσης θέλαμε να αναδείξουμε ότι η ζωή είναι στιγμές, πότε χαρούμενες και πότε λυπημένες. Όλα στη ζωή είναι ρευστά και κινούνται σε έναν ενδιάμεσο χώρο. Γι’ αυτό είναι συγκινητική και όμορφη όμως η ζωή. Στον τελευταίο μονόλογο, ο 1900 αναγνωρίζει πως ο τρόπος που ξέρει είναι ο δικός του τρόπος. Δεν προσπαθεί να διδάξει τον τρόπο που έζησε, αλλά να πει ότι αυτή είναι η δική του οπτική για τη ζωή.

-Ανέφερες ότι η παράσταση έχει αρκετές εναλλαγές συναισθημάτων. Από το καλοκαίρι που την ξεκινήσατε μέχρι και σήμερα τι συναισθήματα έχετε γι’ αυτή την παράσταση;
Μελαχρινός: Είμαστε μια νέα ομάδα που παίρνει ένα έργο και διαρκώς το ανακαλύπτει. Επειδή παίζουμε σε διαφορετικά μέρη με διαφορετικές κάθε φορά συνθήκες, παίζουμε ας πούμε στο θέατρο και του τα λες του θεατή στο ένα μέτρο και μετά παίζουμε πχ εν πλω και αφηγούμαστε με θέα το Αιγαίο προκύπτουν κάθε φορά διαφορετικά συναισθήματα. Είναι ενδιαφέρον τόσο το να προσπαθείς να προβάλλεις τη θάλασσα στο θεατή όσο και το να παίζεις πάνω στη θάλασσα. 

-Γιατί επιλέξατε σαν τίτλο το Lemon και όχι το 1900;
Μελαχρινός: Θέλαμε να ξεφύγουμε εντελώς από την ταινία.  Εμένα αυτό που μ΄ αρέσει στη συγκεκριμένη παράσταση είναι ότι δεν παραπέμπει στην ταινία. Συγκεκριμένα έχουμε αφαιρέσει την πιο χαρακτηριστική και αβανταδόρικη σκηνή της ταινίας: το piano-battle του 1900 με το θρυλικό πιανίστα και εφευρέτη της jazz Jelly Roll Morton. Θέλαμε να αναδείξουμε περισσότερο το υπαρξιακό ζήτημα και όχι να κάνουμε μια παράσταση για τη δεξιοτεχνία του 1900. Απλώς με αφορμή τη μουσική και το ταλέντο αυτού του ανθρώπου αναδεικνύεται η σχέση αυτών των δύο φίλων και κάπως έτσι η ιστορία του 1900 λειτουργεί σαν καθρέφτης  για τον κάθε θεατή, για να αναρωτηθεί πού στέκεται, πού είναι ευτυχισμένος
Νατάσα: Κανείς μας δεν είδε την ταινία. Μπορεί να την είχαμε δει όλοι παλιότερα, αλλά πήραμε το κείμενο και ξεκινήσαμε από την αρχή.

-Το να χαράξει μία νεοσύστατη ομάδα τον δικό της δρόμο και όραμα είναι δύσκολο;
Νατάσα:  Δεν είναι καθόλου δύσκολο.  Έχει πρακτικές δυσκολίες, αλλά δεν είναι δύσκολο.  Χρειάζεσαι συνοδοιπόρους, μόνος σου δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Κι αν έχεις όραμα μπορείς να ξεπεράσεις τα πάντα και να βρεις τον στόχο.
Μελαχρινός: Εμείς προβάλλουμε το συλλογικό και όχι το ατομικό.  Ζούμε σε μια χώρα όπου μέχρι προσφάτως φώναζες «Πρόεδρε!» και όλοι γύριζαν το κεφάλι τους για ν’ απαντήσουν. Ή σε κάποιον καβγά στο δρόμο ακουγόταν η φράση: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Θεωρούσαμε λοιπόν τους εαυτούς μας πολύ σημαντικούς και αυτό φυσικά έχει πάντα απόσταση από αυτό που ισχύει πραγματικά. Δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά ασημαντότητες στην αιωνιότητα ενός επιβλητικού Ωκεανού. Σημαντικούς μας κάνει η συν-δημιουργία, η συλλογικότητα. Και αυτό για λίγο, αφού ως υπάρξεις είμαστε έτσι κι αλλιώς ατελείς. Η δυσκολία της εποχής έχει να κάνει με τις αξιακές της αρχές: «καταναλώνω άρα υπάρχω» και «φαίνομαι άρα υπάρχω». Ο 20ος και ο αιώνας που διανύουμε είναι οι αιώνες του Εαυτού. Ο εχθρός λοιπόν είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Κανείς άλλος. Γι’ αυτό έλεγα πριν πως το πρώτο βήμα σε μια παραγωγή, σε μια παράσταση είναι να σε αφορά αυτό που κάνεις. Η σχέση σου με τον εαυτό σου και την επιλογή σου να είναι αρμονική. Να μη δυσκολέψεις δηλαδή τον ίδιο σου τον εαυτό στο ξεκίνημα νιώθοντας ανεπαρκής ως προς την επιλογή σου. Μετά, όλα τα υπόλοιπα γίνονται αρκεί να έχεις υπομονή, αφοσίωση και πίστη σε αυτό που κάνεις.

-Θα σε ενδιέφερε να ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία; 
Νατάσα: Δεν το είχα σκεφτεί, αλλά όταν ανήκεις σε μία ομάδα όλοι δίνουν το δικό τους στοιχείο και θεωρώ ότι αυτό έχει συμβεί στο Lemon.  Στη σκηνογραφία συγκεκριμένα δεν πήρα ένα χαρτί και ένα μολύβι, σχεδίασα τα σκηνικά και είπα αυτά είναι. Συζητούσαμε όλοι μαζί και ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον. Οπότε δεν το έχω σκεφτεί να είμαι ο σκηνοθέτης μιας παράστασης, αλλά να είμαι μέρος μιας ομάδας.

-Κάποιος που θα δει την παράσταση θα ακούσει μουσικές του Ennio Morricone; Θα ακούσει κάποιες δικές σου συνθέσεις;
Μελαχρινός: Στην παράσταση έχει αναδειχτεί η μουσικότητα του ίδιου του κειμένου. Η Γεωργία έχει μελοποιήσει κάποιες πρόζες με τις κατάλληλες προσαρμογές στο κείμενο. Παράλληλα, ακούμε συνθέσεις από Morricone καθώς και ragtime εποχής.  Δε θέλαμε να βασίσουμε την παράσταση στη δεξιοτεχνία του 1900, αλλά να φτιάξουμε μία μουσική παράσταση στο σύνολό της. Μία παράσταση, όπου και η ίδια η κίνηση των ηθοποιών έχει μουσική.

-Πόσο δύσκολο ήταν σαν εγχείρημα να στηθεί η παράσταση μέσα σε πλοίο;  Αλλά και πόσο μαγική εμπειρία μπορεί να ήταν;
Μελαχρινός: Ήταν μαγεία από μόνο του το ταξίδι που ξεκινήσαμε σαν ομάδα. Είχε δυσκολίες, γιατί πρέπει να υπολογίζεις και τους αστάθμητους παράγοντες πχ στην Αντίπαρο είχε πολλά μποφόρ, αλλά μέσα από αυτές τις δυσκολίες προσπαθείς να βελτιωθείς, αλλά και να είσαι προετοιμασμένος για την επόμενη παράσταση. Στο Λαύριο επίσης όπου παίξαμε στο καρνάγιο στην περιοχή Γαϊδουρόμαντρα ενός τοπικού συλλόγου Αλιευτών παίζαμε ακριβώς δίπλα στη θάλασσα με θέα τις ψαρόβαρκες. Άλλη μια δύσκολη εμπειρία, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα συνάμα. Τίποτα δε γίνεται χωρίς κόπο. Κάθε παράσταση και κάθε εμπειρία μας από αυτό το ταξίδι ενσωματώνεται σε κάθε επόμενη παράσταση. Στις τρέχουσες παραστάσεις μας στο Θέατρο Radar, οι εμπειρίες αυτού του ταξιδιού υπάρχουν με τρόπο που κι εμείς οι ίδιοι πολλές φορές δεν μπορούμε να το συνειδητοποιήσουμε. Κι επειδή είναι ένα ταξίδι που δε σταματά καθώς παίζουμε διαρκώς σε νέους προορισμούς –στις 23 Ιανουαρίου ταξιδεύουμε στο Βόλο και τον Πολυχώρο Lab Art, η παράσταση εμπλουτίζεται διαρκώς με νέες αναφορές. Και όλο αυτό καταλήγει να είναι κάτι περισσότερο από μία παράσταση.

-Τι σε γοήτευσε στο Lemon;
Μελαχρινός: Η δυνατότητά να δημιουργείς παρέα με μια ομάδα και να χαράξεις ένα δρόμο στον οποίο αρχίζεις να περπατάς. Ένα δρόμο προσωπικό που αφορά και τους άλλους. Και που ίσως τους εμπνέει να χαράξουν κι εκείνοι το δικό τους δρόμο.

-Τι σε γοήτευσε στον χαρακτήρα σου;
Μελαχρινός: Ο 1900 ζει αφαιρετικά και να είναι ευτυχισμένος μέσα στην αφαίρεσή του.  Είναι φάρος για τους άλλους. Και οι φάροι κάνουν δύο πράγματα: φωτίζουν για να προσανατολίζονται οι άνθρωποι και τα καράβια και ταυτόχρονα ζουν μέσα στη μοναξιά τους και την ησυχία της θάλασσας. Ο 1900 είναι ένα ποιητικό πλάσμα.

-Με τι νότες θα έντυνες τη ζωή σου;
Μελαχρινός: Νομίζω ότι το ζητούμενο είναι αυτό που λέει και ο 1900: «Η μία και μοναδική στιγμιαία νότα», η οποία διαρκώς μας διαφεύγει. Κυνηγάμε διαρκώς να ζήσουμε την στιγμή και η ευτυχία μας είναι αυτή η προσπάθεια. Αυτή η αποτυχημένη προσπάθεια. Νομίζω επίσης πως αυτές οι νότες δεν έχουν καν όνομα, διότι είναι βγαλμένες από διαφορετικούς κόσμους κάθε φορά. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορώ να τις ονοματίσω. Η μουσική άλλωστε δεν είναι φτιαγμένη για να την καταλάβεις. Μπορείς μονάχα να την αισθανθείς.

-Πώς θα έκλεινες τη συνέντευξη;
Μελαχρινός: «Παίζαμε γιατί ο Ωκεανός είναι απέραντος και σε τρομάζει.»

Lemon - Μια παράσταση ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα

Πληροφορίες για την παράσταση στον παρακάτω σύνδεσμο:  https://quintatheater.blogspot.com/2018/10/lemon-radar.html#more



Του Περικλή Μπίκου, 4/1/19

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου