Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Συνέντευξη - Νικορέστης Χανιωτάκης

Είναι μεγάλη χαρά η συνομιλία με καλλιτέχνες προσηνείς και τόσο δημιουργικούς όπως ο Νικορέστης Χανιωτάκης, ο οποίος βρίσκεται αναμφίβολα σε μια περίοδο άκρως παραγωγική και γεμάτη. Η καλλιτεχνική διεύθυνση του θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ έχει περάσει στα χέρια του, οι παραστάσεις που έχει σκηνοθετήσει είναι διαρκώς sold out, ενώ ως ηθοποιός έλαβε μέρος σε μεγάλες ελληνικές και ξένες παραγωγές. Αν και πολύ νέος, έχει ήδη διαγράψει μια σημαντική πορεία στο χώρο του θεάτρου και χάρη στον πολυσχιδή και δραστήριο χαρακτήρα του μέλλεται να συνεχίσει να βρίσκεται ανάμεσα στους άξιους εκπροσώπους της γενιάς του.

‘’Γεννήθηκα στην Αθήνα …’’

Γεννήθηκα στην Αθήνα και κατάγομαι από την Κρήτη, συγκεκριμένα το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Η μητέρα μου ήταν πολύ νέα όταν με γέννησε οπότε για αρκετό καιρό ήμουν το μόνο παιδί στον ευρύτερο οικογενειακό περίγυρο, αφού ούτε οι φίλοι των γονιών μου είχαν παιδιά στην ηλικία μου. Ήμουν λοιπόν πολύ παρών μέσα στην παρέα τους, δεν με διαχώριζαν απ’ αυτήν, πράγμα που με βοήθησε να αντιληφθώ τον κόσμο λίγο πιο γρήγορα και να γίνω υπεύθυνος.

Στην Δ’ τάξη μετακόμισα από το Νέο Κόσμο στα Σφακιά, όπου είχε διοριστεί η μητέρα μου ως φιλόλογος κι ακολούθως ο πατέρας μου στα Χανιά, ως πυροσβέστης. Ζήσαμε εκεί τρία χρόνια• ίσως τα πιο ωραία της ζωής μου ως τώρα. Αίσθηση υπέροχης ελευθερίας, παιχνίδι που τελείωνε με τη δύση του ηλίου, άμεση επαφή με τη φύση. Ένιωσα πρωτόγνωρα συναισθήματα τόσο έντονα, που ακόμη και σήμερα όταν έρχονται παιδιά στο θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ τα προτρέπω, παρ’ όλο που δεν συνηθίζω να δίνω συμβουλές, να μην διστάσουν να ζήσουν στην εξοχή αν τους δοθεί η ευκαιρία.

Στο Γυμνάσιο επιστρέψαμε στον Ν. Κόσμο, όμως τα καλοκαίρια μου τα περνούσα πάντα στην Κρήτη μέχρι που ενηλικιώθηκα. Με τον θάνατο του παππού μου το 2010, όλα τα πράγματα έμοιαζαν διαφορετικά. Σταμάτησα να πηγαίνω τόσο συχνά. Ύστερα μείναμε στη Βάρη, όπου ζουν οι γονείς μου μέχρι σήμερα, αλλά μετά από δυο-τρία χρόνια μετακόμισα εκ νέου στο πατρικό μου στο Ν. Κόσμο, ως φοιτητής πια.

Είχα περάσει στο Τμήμα Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ, ενώ παράλληλα σπούδαζα αθλητική δημοσιογραφία και εργαζόμουν στην εφημερίδα SportDay ως αθλητικός ρεπόρτερ στο τμήμα των διεθνών γιατί γνωρίζω Γερμανικά και είχα αναλάβει το ρεπορτάζ των γερμανόφωνων χωρών, δηλαδή Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία. Εκεί πέρασα τρία υπέροχα χρόνια αλλά κατάλαβα πως αυτό που θέλω να κάνω πραγματικά είναι να ασχοληθώ με το θέατρο, που πάντοτε μου άρεσε. Είχα μια καλή θέση στην εφημερίδα και τους έκανε μεγάλη εντύπωση όταν ανακοίνωσα ότι θα αποχωρήσω για να κάνω κάτι τόσο διαφορετικό. Έδωσα λοιπόν εξετάσεις στο Υπουργείο Πολιτισμού και στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Από την 1η Νοέμβρη του 2007 ανήκα πλέον εκεί.

‘’Ζω στη Δάφνη’’
Τώρα ζω στη Δάφνη. Με εκφράζει η περιοχή αυτή• είναι ήσυχη, καθαρή. Νοικιάζω ένα νεόκτιστο σπίτι, έχω μπαλκόνια, μπορώ να έχω τα σκυλάκια μου και δίνει μια ποιότητα ζωής όλο αυτό, είναι πολύ «υγιές». Βρίσκομαι ταυτόχρονα κοντά και μακριά από το κέντρο. Από το θέατρο, είμαι δέκα λεπτά με τη μηχανή.

‘’Η μελωδία του Χατζιδάκι μ’ ένα τρόπο αγγίζει το θείο’’

Ο αγαπημένος μου σύγχρονος τραγουδοποιός είναι ο Αλκίνοος Ιωαννίδης με τον οποίον μάλιστα θα ήθελα πολύ να συνεργαστώ στο θέατρο, είναι ένα από τα όνειρά μου. Είναι ένας καλλιτέχνης γεμάτος που αναζητά συνέχεια νέες φόρμες, δεν εφησυχάζει, πειραματίζεται.

Γενικώς ακούω πολλά είδη μουσικής. Έπαιζα πιάνο οπότε άκουγα κλασική μουσική, αλλά πλέον μου αρέσει πολύ να ακούω τους μεγάλους μας συνθέτες Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Λοΐζο. Η μελωδία του Χατζιδάκι μ’ ένα τρόπο αγγίζει το θείο. Μετά πάμε σε ροκ, Pink Floyd κλπ. και έντεχνα.
Από συγγραφείς, αν έπρεπε να διαλέξω έναν συγγραφέα θα διάλεγα τον Μάρτιν ΜακΝτόνα.

‘’Ίσως είμαι πιο αυστηρός και άδικος με τους ανθρώπους που ξέρω καλύτερα’’

Είμαι ζηλιάρης, κτητικός και πολλές φορές δρω εγωιστικά. Είμαι ψύχραιμος και δεν ταράζομαι εύκολα. Αν ταραχτώ δεν το εκφράζω αμέσως, το φιλτράρω πρώτα. Όταν οδηγώ και τρομάξουν οι επιβάτες αν πεταχτεί κάτι στο δρόμο, τους λέω «αν δε με βλέπετε εμένα αγχωμένο, μην αγχώνεστε, δε θα πάθουμε τίποτα. Αν όμως με δείτε να ταράζομαι, σημαίνει ότι έχουμε τρακάρει». Έτσι είμαι και στη δουλειά μου. Παραμένω ήρεμος όσο τα πράγματα μπορούν να διορθωθούν. Αν αρχίσω και τα χάνω, σημαίνει ότι έχουμε μεγάλο πρόβλημα που μάλιστα δεν μπορούμε να το ελέγξουμε. Σαν σκηνοθέτης δεν είμαι αυστηρός, δεν φωνάζω. Ίσως είμαι πιο αυστηρός και άδικος με τους ανθρώπους που ξέρω καλύτερα κι αυτό δεν είναι σωστό, προσπαθώ να το διορθώσω.

‘’Η Μυθωδία είναι ένα πολύ ωραίο ταξίδι που ξεκίνησε από το σχολείο’’

Η Μυθωδία είναι ένα πολύ ωραίο ταξίδι που ξεκίνησε από το σχολείο ως θεατρική ομάδα των αποφοίτων του 43ου Λυκείου Αθηνών. Η πρώτη παράσταση στην οποία έλαβα μέρος εκεί το 2005 ήταν οι «Δέκα Μικροί Νέγροι» και την επόμενη χρονιά μού πρότειναν να σκηνοθετήσω τα «Παντρολογήματα» του Ν. Γκόγκολ. Έπειτα για να κόβουμε εισιτήρια και να είμαστε νόμιμοι, έπρεπε να κάνουμε σύσταση εταιρείας. Η Μυθωδία άνοιξε τις πόρτες της και για ανθρώπους εκτός σχολείου, έγινε μια κανονική ερασιτεχνική θεατρική ομάδα. Αργότερα κάποιοι έγιναν ηθοποιοί, όπως η Ελένη Βαΐτσου, η Βανέσσα Γούπιου. Με τη σύμφωνη γνώμη των προηγούμενων μελών πήραμε την εταιρεία και τώρα είμαστε στη Μυθωδία ο Γεράσιμος Σκαφίδας κι εγώ.

‘’Θέλουμε να συσπειρώσουμε καλλιτέχνες που εδώ θα βρουν ένα χώρο για να εκφραστούν’’

Πήραμε την καλλιτεχνική διεύθυνση του θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ με αργά και σταθερά βήματα, έπειτα από δύο χρόνια συνεργασίας. Μαζέψαμε κάποια χρήματα όσο μπορούσαμε και ρισκάραμε. Ούτε εγώ ούτε ο Γεράσιμος προερχόμαστε από κάποιο μεγάλο τζάκι• δουλέψαμε πολύ και κάναμε μεγάλη οικονομία. Τελικά πήγαν καλά οι παραστάσεις μας κι έτσι μπορέσαμε να ενισχύσουμε οικονομικά το θέατρο. Το δύσκολο ήταν ότι πήραμε ένα χώρο με ιστορία, πράγμα που έπρεπε να σεβαστούμε. Ήταν προτεραιότητά μας να κρατήσουμε το ίδιο επίπεδο στις παραστάσεις, χωρίς να κάνουμε εκπτώσεις στο τι θέλουμε να κάνουμε εμείς καλλιτεχνικά. Οι επιλογές των έργων που έχουμε ανεβάσει ως τώρα είναι καθαρά προσωπικές. Τα έργα που σκηνοθετώ έχουν μια σύνδεση με τη ζωή μου, με τα πράγματα που με προβληματίζουν, που με συγκινούν. Αρχικά ο στόχος μας ήταν να κάνουμε κλασικά έργα μεγάλων συγγραφέων χωρίς να «πειράζουμε» πολύ τα κείμενα. Θέλω να ακούγεται το κείμενο όπως έχει γραφτεί από το συγγραφέα, όχι αλλαγμένο. Δεν κατακρίνω τις διασκευές, μα δεν είναι δική μου ανάγκη σε αυτή τη φάση. Τώρα ο στόχος μας είναι να φέρουμε τους νέους ανθρώπους στο θέατρο και να γίνει το θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ ένας χώρος ανοιχτός για το κοινό. Θέλουμε να συσπειρώσουμε καλλιτέχνες που εδώ θα βρουν ένα χώρο για να εκφραστούν, που αλλού δε θα τους δινόταν.

‘’Ο κόσμος στο εξωτερικό είναι πάρα πολύ νευριασμένος με εμάς, τους απλούς ανθρώπους, όχι τους πολιτικούς’’

Παρακολουθούσα περισσότερο τις πολιτικές εξελίξεις όσο ήμουν στο Λονδίνο (2014-2015), παρά όταν επέστρεψα. Τότε ήταν μια σεζόν πολύ έντονων πολιτικών εξελίξεων, ανακατατάξεων, διαπραγματεύσεων, είχε γίνει το δημοψήφισμα, προσπαθούσαμε να διαπραγματευτούμε το χρέος, τα μνημόνια κτλ. Βίωσα ένα μεγάλο σοκ στο Λονδίνο γιατί συνειδητοποίησα ότι ο κόσμος στο εξωτερικό είναι πάρα πολύ νευριασμένος με εμάς, τους απλούς ανθρώπους, όχι τους πολιτικούς. Πολλοί άνθρωποι μου είπαν ότι «πληρώνουμε φόρους στη χώρα μας γιατί εσείς μας χρωστάτε λεφτά». Τρομερό δεν είναι; Πολύ ρατσιστικό για τους Έλληνες και μάλιστα συνειδητοποίησα μια απίστευτη προπαγάνδα που υπήρχε εναντίον μας, ότι εμείς οι Έλληνες είμαστε τεμπέληδες και επειδή δεν πληρώνουμε τους φόρους μας, εκείνοι φορολογούνται παραπάνω στη χώρα τους. Το Λονδίνο είναι πολυπολιτισμικό και έχεις το προτέρημα ζώντας εκεί, να καταλαβαίνεις τι γίνεται σε όλον τον κόσμο. Εκεί κατάλαβα λοιπόν τι γίνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη και σοκαρίστηκα, πράγμα που με έκανε να εντείνω ακόμη περισσότερο την ενασχόλησή μου με την πολιτική.

‘’Δεν βάζω ταμπέλες «αριστεράς» και «δεξιάς», γιατί υπάρχουν πια σαν φιλοσοφίες μόνο και η φιλοσοφία με την πράξη είναι πάρα πολύ μακριά’’

Εγώ ήμουν υπέρ της αλλαγής. Θεωρούσα ότι ήταν μια στιγμή που η Ελλάδα έπρεπε να αλλάξει και να δοκιμάσει κάτι άλλο. Δεν βάζω ταμπέλες «αριστεράς» και «δεξιάς», γιατί υπάρχουν πια σαν φιλοσοφίες μόνο και η φιλοσοφία με την πράξη είναι πάρα πολύ μακριά. Όπως στο θέατρο λέμε λέμε πράγματα και όταν σηκωνόμαστε πάνω στη σκηνή είναι κάτι τελείως διαφορετικό, έτσι γίνεται και στην πολιτική, αλλά και στη ζωή. Άλλωστε θέατρο και πολιτική συχνά μπλέκονται μεταξύ τους. Τι πάει να πει είσαι «αριστερός»; Το αριστερός είναι φιλοσοφία• δεν είναι εφαρμοσμένη φιλοσοφία, κινείται στη σφαίρα του ιδεατού. Σημασία έχει τι κάνεις και από αυτό κρίνεσαι. Επίσης είμαι της άποψης ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε αυτή τη στιγμή αν έχει πετύχει ή όχι. Αυτό το καταλαβαίνεις μετά από 50 χρόνια καμιά φορά… Είναι δυνατόν για αυτό που συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα να φταίει μόνο ένα κόμμα; Βιώνουμε τα απότοκα μιας άλλης κατάστασης, αλλά το κυβερνών κόμμα φέρει ευθύνη για το πώς διαχειρίζεται αυτήν την κατάσταση. Όλα είναι μια συνέχεια, οπότε σημασία έχει το πώς φροντίζεις το λάθος του προηγούμενου. Αυτό μας έχει φάει στην Ελλάδα. Όλοι αναλαμβάνουν κάτι και λένε «παραλάβαμε καμένη γη και δεν φταίμε εμείς». Τι το λένε; Δεν ξέρουμε δηλαδή ότι θα ανέβει μια νέα κυβέρνηση και θα πει ότι έφταιγε η προηγούμενη; Με κουράζει που όλα είναι τόσο προβλέψιμα. Με θλίβει το γεγονός της ανυπαρξίας ενός πραγματικού ηγέτη που θα συσπειρώσει το λαό και όλοι μαζί θα πάμε κάπου.
Είναι εντυπωσιακό το πόσο εύκολα χαρακτηρίζει ο λαός έναν πολιτικό ως ηλίθιο. Πολύ εύκολα μειώνει τον άνθρωπο που τον εκπροσωπεί, τον εκλεγμένο. Αυτά τα πρόσωπα θα έπρεπε να είναι σεβαστά, άσχετα με το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε.

Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, πρέπει να παραδεχθούμε πως τα πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν εύκολα γιατί η Ελλάδα δεν είναι τόσο ισχυρή ούτε οικονομικά ούτε πολιτικά ώστε να αποφασίζει μόνη της. Η πιο εύρωστη οικονομικά χώρα κατέχει το κέντρο των αποφάσεων και η Ελλάδα σε αυτό το παιχνίδι δεν είναι παρά ένα πιόνι. Αν θέλει να πετύχει κάτι το μόνο που θα μπορούσε να κάνει, είναι να αποχωρήσει από την Ε.Ε. αλλά αυτό θα είχε ένα τσουνάμι συνεπειών. Εγώ είχα φτάσει σε ένα σημείο το 2015, να πω «ναι, πάμε στη δραχμή». Θα πεινάσουμε; Ναι. Θα πεθάνουμε; Ναι. Ή κάνεις μια επανάσταση ή δεν την κάνεις. Η ιστορία έχει δείξει πως αν θες να πετύχεις κάτι, πρέπει να κάνεις θυσίες. Στην Ελλάδα είναι κάποιος έτοιμος να θυσιαστεί για μια ιδέα;
Δεν πιστεύω τις ανοησίες που είπανε ότι όλοι μαζί τα φάγαμε και ότι λεφτά υπάρχουν. Αλλά όταν μες την κρίση βλέπω να ανθίζουν τα μπουζούκια, θυμώνω. Θεωρώ θράσος το να δίνει κάποιος 90 ευρώ σε ένα βράδυ ενώ κάποιοι συνάνθρωποί του δεν έχουν να φάνε. Είναι ντροπή.

‘’Η «Γίδα» ήταν ένα όνειρο ζωής’’

Όλο το θέατρο έχει διαμορφωθεί για την παράσταση αυτή. Θέλει τρεις ώρες προετοιμασία! Η διάταξη των θέσεων στον «Καλό Άνθρωπο του Σετσουάν» είναι αντικριστή, ενώ στη «Γίδα» έχουμε τέσσερις πλευρές με θέσεις θεατών και κάθε φορά αλλάζουμε το χώρο. Η «Γίδα» ήταν ένα όνειρο ζωής. Με αυτό τελείωσα τις εξετάσεις του Θεάτρου Τέχνης και είχα κάνει τη μετάφραση από τότε. Ήθελα να είναι οι ηθοποιοί μέσα σε έναν ασφυκτικά μικρό χώρο και να κάθονται γύρω οι θεατές, ώστε να γίνει μια πολύ βιωματική παράσταση και να νιώθεις ένα με τον ήρωα βιώνοντας όλη τη γκάμα των συναισθημάτων. Δε με ενδιαφέρουν τόσο τα μηνύματα ενός έργου όσο το να υπάρχει σύνδεση μεταξύ πλατείας και σκηνής. Αυτό που με γοήτευσε στη «Γίδα» είναι ότι έχει τέσσερις χαρακτήρες ολοκληρωμένους, ενδιαφέροντες, που θες να τους γνωρίσεις, δε σου περνάνε αδιάφοροι. Είναι μια ιστορία με ανατροπές, χιούμορ, σοκαριστικό φινάλε. Έχει προκλητικές σκηνές αλλά με αθώο τρόπο• άλλωστε η γραφή του Άλμπυ έχει ένα «πείραγμα», ένα «νάζι». Το κείμενο έχει πράγματα για τα οποία πρέπει να κάνεις μια αναγωγή, αλλά ταυτόχρονα είναι και μια κανονική ιστορία. Έχει να κάνει με τη σεξουαλικότητα που καθορίζει τη ζωή.

Ο θεατής θα δει κάτι που δεν περιμένει. Εκπλήσσονται με το πώς έχουμε διαμορφώσει τον εσωτερικό χώρο. Νιώθουν ότι είναι μέσα στο κουτί, μαζί με τους ηθοποιούς, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν μια απόσταση ασφαλείας. Όποιος έρθει θα γελάσει πολύ και θα γνωρίσει ένα έργο όμορφα παράξενο.
Η προσωπική μου σύνδεση με τη «Γίδα» είναι όλα αυτά που οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν σε μένα. Οι επιθυμίες μου, οι συνήθειές μου που οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν γιατί τις έχω• αυτή είναι η δική μου γίδα. Τα ακραία πράγματα που γουστάρω, όπως το να πηγαίνω στο γήπεδο και να είμαι στα όρια του χούλιγκαν ενώ παράλληλα ασχολούμαι με κείμενα και σκηνοθεσίες. Αυτό είναι κάτι που το λατρεύω.

Ο καλλιτέχνης ζει μέσα από αυτό που έχει αφήσει. Πολύ σπουδαίο πράγμα. Αν ακούσεις να μιλάνε για τη «Γίδα», θα νομίζεις ότι ο Άλμπυ ζει. Είναι πολύ ζωντανός, πολύ παρών. Ο συγγραφέας, ο μουσικός, ο εικαστικός. Ο μόνος που κινδυνεύει είναι ο ηθοποιός. Τώρα με το διαδίκτυο είναι πιο εύκολο να βρεις παλιούς ηθοποιούς, αλλά επί της ουσίας μιλάμε για καμιά δεκαριά. Οι περισσότεροι είναι άγνωστοι. Στην πραγματικότητα αυτό που θα μείνει είναι το κείμενο. Στην Ελλάδα έχουμε πολύ λίγους νέους θεατρικούς συγγραφείς με αληθινά αξιόλογο έργο. Μέσα στις σκέψεις μου είναι να επαναληφθεί για δεύτερη χρονιά ο «Καλός άνθρωπος του Σετσουάν», να ανεβάσω την «Μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ κι ένα ελληνικό κείμενο ως κεντρική παράσταση για το θησείον. Είχα κάνει και στο παρελθόν ένα έργο του Δημήτρη Σπύρου «Η μουσική που σταμάτησε τον πετροπόλεμο» και ήταν από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές στη ζωή μου. Μιλούσε για ένα ιστορικό γεγονός στην ορεινή Αρκαδία το 1967.

«Κάθε Τρίτη με τον Μόρι»

Το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι» είναι μια πολύ τυχερή, υπέροχη στιγμή στη ζωή μου. Μια μαγική συνεργασία με τον Γρηγόρη Βαλτινό που προέκυψε από την παράσταση του «Ζορμπά» όπου παίζαμε μαζί. Επρόκειτο να κάνω μια σκηνοθεσία στο θέατρο Ιλίσια που τελικά δεν έγινε κι έτσι μου αντιπρότειναν να κάνω μια παράσταση με τον Γρηγόρη. Πρότεινα τον Γιάννη Σαρακατσάνη ως συμπρωταγωνιστή και δέχθηκε με χαρά. Κάπως έτσι έγινε ένα παράξενο πάντρεμα δύο ηθοποιών που δεν πίστευες ότι θα τους έβλεπες μαζί σε ένα έργο δύο ατόμων γιατί προέρχονται από διαφορετικούς χώρους, έτσι τουλάχιστον θεωρούσε το κοινό. Έχω μεγάλη σύνδεση με αυτό το έργο διότι με αφορμή τον θάνατο (ο ένας ήρωας γνωρίζει ότι πεθαίνει) μιλάει μόνο για τη ζωή και καθόλου για τον θάνατο. Οι θεατές γελάνε, κλαίνε, συγκινούνται, ξεχνιούνται, σκέφτονται. Η συνεργασία μου με τον Γρηγόρη Βαλτινό είναι από τις σημαντικότερες που έχω κάνει, όπως και με τον Νικήτα Τσακίρογλου, τη Λήδα Πρωτοψάλτη και με άλλους, που έχουν ένα παρελθόν στο χώρο. Νιώθω ευλογημένος που με εμπιστεύθηκαν αυτοί οι άνθρωποι. Το Ιλίσια-Βολανάκης είναι ένα θέατρο που λατρεύω και είμαι πολύ τυχερός γιατί φέτος δουλεύω στα δύο αγαπημένα μου θέατρα. Το τρίτο αγαπημένο μου είναι το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Εκεί δεν έχω σκηνοθετήσει, αλλά έχω παίξει.

‘’Πώς θα ήταν αν ζούσαμε για πάντα…’’

Αγαπώ πολύ τη ζωή. Θέλω να γνωρίσω ανθρώπους, να με γνωρίσουν, να ανακαλύψω τι κρύβει η ζωή. Ο θάνατος είναι μεγάλος μου φόβος. Φοβάμαι τη μαυρίλα, το σκοτάδι που ακολουθεί. Δεν πιστεύω στη ζωή μετά τον θάνατο. Σκέπτομαι όμως καμιά φορά, πώς θα ήταν αν ζούσαμε για πάντα…



Της Κατερίνας Πεσταματζόγλου, 29/03/19

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου